Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

... ΩΠΑ 21 ! ... Τα παίρνει η μάννα ...

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Επιτέλους και ένα blog με ένα σχόλιο για τον τραπεζιώτη. Από τότε που αποσύρθηκε έχασα την καλή διαθεσή μου.
Εβλεπα διάφορες φωτογραφίες, διακυρήξεις, δυαρχίες, ανέκδοτα ξεχνόμουν κάπως από το μνημόνιο, γελούσα και λιγάκι. τωρα τίποτα ρημαξανε τα διασελα.
Σας παρακαλώ βάλτε ανεκδοτα...

Ξερόλας είπε...

Φίλε Ανώνυμε, δεν πρέπει να έχεις παράπονο από εμένα... Τίμησα το φανφαρονισμό και το μανταμ-σουσουδισμό του ανθρώπου ... όσο κανείς άλλος. Τόσο που κάποια στιγμή τον συμπόνεσα , όπως οι γιαγιάδες του
1960 υπέφεραν μαζί με τη Βούρτση και τον Ξανθόπουλο. Τέλος πάντων, μέρες είναι, θα περάσουν. Κάνε κουράγιο φίλε μου και βάλε τη φωτογραφία του φόντο στον υπολογιστή σου.
Φιλικότατα

Ανώνυμος είπε...

Επιτέλους λίγο ενδιαφέρων πάλι!!!

σπεσιαλ αφιερωμενο στον Γκόρτσο!!!

Με προδώσαν οι φίλοι μου
που να τους φάει οχιά
καταμεσής στην λίμνη μου
μ' αφήσαν παγερά.

Καμς παθς καρδιά μι σι πουνέσς.

Άσχετο: Ο παναγιωτάκς ο νοσηλευτής είναι υποψήφιος έμαθα με τον Παυλο;

Ανώνυμος είπε...

ΠΟΙΗΜΑ
Στο συμβολισμό του ποιήματος, βράχος είναι
ο ΥΠΕΡΟΠΤΗΣ & ΑΛΑΖΟΝΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΩΤΗΣ & κύμα ο υπόδουλος δημότης Δ. θΕΣΤΙΕΩΝ.

Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
………
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»
………
«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
.....
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να 'ταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.