Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΟΝΕΙΡΟΦΑΝΤΑΣΙΑ ...

...



«Καλέ μου ξένε, έλα να ξεκουράσεις τα κουρασμένα μέλη σου στη σκιά του βράχου έλα, σου ψιθυρίζουν οι χλωρές οι φυλλωσιές με το γλυκό αεράκι/ έλα και πιες το γάργαρο κρυστάλλινο νεράκι της πηγής· γιατί το χρειάζονται οι στρατοκόποι αυτό το γλυκό ανάπαυμα απ’ το καλοκαιριάτικο καυτό λιοπύρι». Έτσι όπως τον κάλεσε, σε γλώσσα ελληνική, η ποιήτρια Ανύτη στο επίγραμμα της Ελληνικής Ανθολογίας, ξάπλωσε στο βράχο. Τα μέλη του λυθήκανε και απόκοπος καθώς τον βάρυναν τα χρόνια και ο δρόμος – ώριμος άντρας ήταν, φαίνεται από τα λίγα γένεια που απομείναν –, συγύρισε στα βράχια το τριμμένο ρούχο, και ξάπλωσε γυμνός, ακούμπησε από δίπλα το ραβδί του, επήρε λίγα σύκα απ΄το κανίσκι, τα ταίριαξε με το ψιλό σταφύλι, ήπιε λίγο καλό κρασί απ΄το φλασκί του, ενίκησε ο ύπνος το κορμί του, το ΄να του χέρι διπλωμένο, ν΄ακουμπάει, τ΄άλλο το χέρι προσκεφάλι, ο αγκώνας λείπει. Τότε κατέβηκε αθόρυβα στα δυνατά φτερά της όλο χάρη επάνω του και στάθηκε καβαλικεύοντάς τον ολόγυμνη εκείνη. Σαν χρυσαετός εσκέπασε τον ήλιο, χρυσόμηλα απαλά τα τρυφερά της στήθη, σχηματισμένο το κορμί νέας γυναίκας με την κοιλιά ολοστρόγγυλη να λάμπει, τους ώμους και τα μπράτσα περιχυμένα φως, στο ένα της χέρι τεντωμένο κρατεί αλαβάστρινο κανάτι και τον λούζει με μαγικό νερό ή κρασί – ποιος ξέρει. Το πρόσωπό της λείπει. Τα δυνατά τα θεϊκά της πόδια το ένα κρυμμένο πίσω απ΄το κορμί του, το άλλο μπροστά ν΄αποκαλύπτει το θαύμα και σημείο – ορνιθωμένο πέλμα, δάχτυλα πουλιού συγκολλημένα με μεμβράνη. Τα φύλα των δυωνών τους αντικριστά να πλησιάζουν χωρίς ν΄αγγίζονται ακόμα. Μπορεί αδιάκοπα να πλησιάζουν χωρίς να φτάνονται ποτέ. Ή όταν πάν να φτάσουνε, πάλι να φεύγουν. Πάνω δεξιά ψηλά στα βράχια, στήλη του αγρότη κερασφόρου Πάνα, ένας βωμός υπαίθριος, αγροίκος, ακουμπισμένοι πάνω του καρποί, απαρχές ωραίες, ρόδια και μήλα, φαντάσματα του χρόνου η μορφή τους, και ένα κλήμα στιβαρό, γεροδεμένο, ο δυνατός κορμός φυτρώνει στο βωμό, φιδογυρίζει, με λίγα μεγάλα φύλλα ανθισμένος, από ένα κλαδί κρέμεται σιωπηλός ο αυλός ο πεντακαλαμένιος. 
Et in Arcadia ego
 
Μαρμάρινο ρωμαϊκό ανάγλυφο της αυτοκρατορικής περιόδου – 2ος αιώνας μ.Χ. Διαστάσεις 40.3 Χ 40 Χ 10.2 εκατοστά. Μαρμάρινο, πιθανόν από μάρμαρο Υμηττού. Λεπτόκοκκο με πρασινωπή μαρμαρυγή. Ακρωτηριασμένο άνω αριστερά κατά το ένα τρίτο, συμπεριλαμβανομένων του κεφαλιού της φτερωτής Λάσα ή Σειρήνας και του αριστερού αγκώνα του κοιμισμένου άντρα. Επιφάνεια φθαρμένη και αποχρωματισμένη με κρούστα από αποθέσεις διαφόρων υλικών. Ένας φτερωτός θηλυκός δαίμονας με μεγάλο πόδι πουλιού, τη στιγμή που ετοιμάζεται να ιππεύσει έναν κοιμισμένο ηλικιωμένον άντρα. Αυτός έχει απλώσει το μανδύα του στα βράχια, πάνω δεξιά ένα κλήμα με τον αυλό του Πανός κρεμασμένο από ένα κλαδί, ένας υπαίθριος χοντροκαμωμένος βωμός απ΄όπου φυτρώνει το κλήμα, εκεί κοντά μια στήλη με κεφαλή Πανός. Το ραβδί του άντρα, το σχοίνινο καλάθι του, κι ένας σάκος για νερό ή τροφή, είναι ακουμπισμένα δίπλα του, το καλάθι του χρησιμεύει εν μέρει για προσκέφαλο. Το φτερωτό πλάσμα κρατάει ένα δοχείο στο τεντωμένο αριστερό της χέρι. Χύνει κάτι, ίσως κάποιο ποτό ναρκωτικό ή φάρμακο που προκαλεί όνειρα ή εφιάλτες ή ίσως άφθονο κρασί που προκάλεσε το όνειρο του κοιμισμένου. Δωρήθηκε και βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης, πρόσκτηση του 1910, αγορασμένο στο Παρίσι από τους δωρητές...

απόσπασμα από ανάρτηση της Έλσης Σαράτση στο Cloud

Δεν υπάρχουν σχόλια: